Γεννήθηκε στη Ναύπακτο το 1882 και πέθανε στη Αθήνα το 1966. Ορφανός από μικρός, σπούδασε με πολλές στερήσεις. Εργάσθηκε σε μικρομάγαζο στον Πειραιά, πουλώντας ρούχα. Ο γυμνασιάρχης του τον είδε μια φορά στο δρόμο να σέρνει καροτσάκι και τον πήγε στο δήμαρχο , ο οποίος του εξασφάλισε μια υποτροφία από το δήμο. Τελείωσε τις σπουδές του και γράφτηκε στη Νομική, αλλά τον κέρδισε η δημοσιογραφία. Δούλεψε σε πολλές εφημερίδες: «Άστυ», «Ακρόπολις», «Νέα Ημέρα», «Χρόνος», «Πατρίδα», «Δημοκρατία», «Ελεύθερο Βήμα», «Αθηναϊκά Νέα», «Έθνος», «Ελευθερία», «Εστία» και σε άλλες. Αγωνίσθηκε δίπλα στον Βενιζέλο και φυλακίσθηκε για τις ιδέες του.
Έγραψε θεατρικά έργα, ιστορικά μυθιστορήματα, ποιήματα, πολιτικά άρθρα, έρευνες, ανταποκρίσεις. Ακόμη και ως ηθοποιός έπαιξε στο έργο στο «Έξη πρόσωπα ζητούν συγγραφέα». Εκεί όμως που διέπρεψε είναι το χρονογράφημα. Με το χιούμορ του, το φυσιολατρικό του λυρισμό, την κομψή και απρόοπτη φράση, τις πρωτότυπες εμπνεύσεις, αναδείχθηκε σε αναμορφωτή του δύσκολου αυτού είδους. Το πρώτο του χρονογράφημα στην «Ακρόπολη» εξυμνεί τη χάρη, την ομορφιά , μιας κουβερνάντας με το καροτσάκι του μωρού της στον τότε Βασιλικό Κήπο. Μπορούσε να γράψει για τα πάντα στο χρονογράφημά του. Ακόμη και για μια …πέτρα, σύμφωνα με την παροιμιώδη φράση μεγάλου συναδέλφου του Παύλου Νιρβάνα. Ότι κάνει εντύπωση στην πνευματική και ανθρώπινη πλευρά του είναι η χαλύβδινη εργατικότητά του. Δεν πέρασε ούτε μια μέρα μέρα χωρίς να γράψει.
Έγινε πρόεδρος της Ακαδημίας το 1966, υποσκελίζοντας .όμως τον Ζαχαρία Παπαντωνίου . Τιμήθηκε με πολλά παράσημα, ελληνικά και ξένα. Υπήρξε ένα φαινόμενο δημιουργικότητας. Έμεινε κορυφαίος στα λογοτεχνικά και στα δημοσιογραφικά, όμως δεν μπόρεσε να αναδειχθεί σε ύψιστο πνευματικό πρόσωπο .Του έλειπε η σταθερότητα του ηθικού και ιδεολογικού προσανατολισμού, σύμφωνα με την κριτική του Μπάμπη Κλάρα: «Ήταν έτοιμος , όπως ο ίδιος έλεγε, να φορέσει σκούφο με το ανάλογο χρώμα ανάλογα με αυτούς ερχόταν στη εξουσία…
Έργα του:
Ο Γέρος του Μοριά, 1931
Ο ναύαρχος Μιαούλης, 1932
Ματωμένα ράσα, 1933
Κουβέντες του Φουρτούνιο, 1934
Σφυρίγματα, 1936
Γυναίκες, 1962
Πέγυολντ.1961
Ελληνική γενική ανθολογία ποίησης και πεζογραφίας, 1956
Πολεμικές σελίδες, 1913
Από τα ταξίδια μου, 1916
Το 1821 Κι η Κρήτη, 1930
Τέχνη και ζωή, 1944
Η επανάσταση του 1909
Πενήντα χρόνια θέατρο, 1969
Απόσπασμα από το έργο του «Ακούς Σεβαστή, είν’ ένας βλάκας!»:
Η Σεβαστή, αναγυρτή στην πολυθρόνα, με το τσιγάρο αναμμένο, βρισκότανε με τονα μάτι υψωμένο στον έβδομο ουρανό και με το άλλο παραμόνευε την πιο παραμικρή εντύπωση στην έκφραση του μουσαφίρη της. Ποτέ τα πιτσουνάκια της δεν είχαν ρουκουλήσει πιο γλυκά τα τραγουδάκια τους. Η μορφή του ξένου έφεγγε από αγαλλίαση.
-Ελάτε, τραγουδήστε μας και σεις. Πέστε μας κάτι, του είπε κάποια στιγμή τινάζοντας με τσαλιμάκι τη στάχτη του τσιγάρου της.
Χωρίς να τον παρακαλέσουν δεύτερη φορά, σηκώθηκε λαμπάδα, σταύρωσε τα χέρια εμπρός και άρχισε να τραγουδάει, με τα μάτια στηλωμένα στο ταβάνι, ξένο σκοπό, σε ξένα λόγια. Δεν μπόρεσαν να καταλάβουν τίποτα. Αυτό που τραγουδούσε δεν ήταν διόλου πεταχτό. Η φωνή του, γλυκειά και καθαρή, σαν το τρεχούμενο νεράκι του αβουνού, ανάβλυζε λες απ’ την ψυχή του. Η παράξενη μελωδία έκλαιγε, παρακαλούσε και ύστερα, σα να λύτρώθηε, με μιας κυμάτισε ψηλά, ίδια σημαία του θριάμβου σ’ αιθέρα πεντακάθαρο. Στην αρχή τους ήρθε να γελάσουν και κρατιόντουσαν με κόπο, μα στο τέλος τους είχε πάρει όλους, τους σήκωνε μαζί της, χωρίς αυτοί να νοιώθουν το γιατί. Γίνηκε όταν τελείωσε βαθύτατη σιωπή, γεμάτη νοσταλγία.
-Αχ, για πέστε… παρακαλώ… Πέστε άλλο, είπε σα μαγεμένη, άθελά της, η Φωτεινή.
-Μα τι ήτανε αυτό που τραγουδήσατε; ρώτησε η Αγλαΐα.
-Τίποτα, μια προσευχή, της αποκρίθηκε και ξανακάθισε ήσυχα στη θέση του. Μια προσευχή, που λέγαμε καμμιά φορά όλοι μαζί εκεί κάτω…
Η φαμίλια κοιτάχτηκε, σα να ζητούσε ο ένας τη γνώμη του αλλουνού. Ο μουσαφίρης τους είχε μπερδέψει φοβερά. Ακόμα όμως περισσότερο, αυτό που είχε κάνει λίγο πριν να φύγει. Είχε βγάλει από την τσέπη ένα καρνέ, είχε γράψει κάτι, τράβηξε, ξεκόλλησε το φύλλο, τόχε διπλώσει, και την ώρα που χαιρετούσε, τόβαλε με τρόπο στο χέρι του Μπαγάκου.
-Τι είναι; τραύλισε ο άλλος.
-Τίποτα, του μουρμούρισε στ’ αυτί. Ένα τσεκ. Δέξου το σαν από αδερφό, αθ μου κάνεις μεγάλη ευχαρίστηση. Δε θα ξεχάσω την αποψινή βραδιά.
Ο Μπαγάκος το ξεδίπλωσε ανυπόμονα, μόλις η πόρτα έκλεισε πίσω από τον ξένο: ένα εκατομμύριο…
-Το λοιπόν, σας λέω, είπε σ’ όλους, τσεπώνοντας το τσεκ, πως είναι γεννημένο παπάκι πρώτης. Δε θα το αφήσω πούπουλο για πούπουλο. Θα ιδήτε…
κι αυτή η νύχτα τόκρινε ολωσδιόλου περιττό- και με το δίκιο του- να πάει στο «σύλλογο». Πόσες φορές δεν είχε αναθεωρήσει, από το βράδυ αυτό, τη γνώμη του. Και πόσες άλλες δεν ξαναγύρισε σ’ αυτή, για να την ξαναφήσει πάλι σε λίγες μέρες… Είχε χάσει, μ’ αυτόν, μπούσουλα και κομπάσο και όλη την περίφημη πείρα και τη μαστοριά του. Την ίδια στιγμή που νόμιζε πως τον τσακώνει, πως του βρίσκει το κλειδί, την ίδια και πελάγωνε. Ο «Αμερικάνος» γρήγορα είχε γίνει κάτι περισσότερο από φίλος του σπιτιού, παντοτινός και αχώριστος. Ήταν η ίδια η Πρόνοιά του. Έδινε πια χωρίς να τα λυπάται. Ο Μπαγάκος, όσο και νάτριβε κάθε φορά τα χέρια του, άρχισε στο τέλος να ανησυχεί. Ξέχασε σιγά σιγά, τον τρόπο πούχανε γνωριστεί και το καθάριο από μιας αρχής, ανυστερόβουλο φέρσιμο του ανθρώπου. Με την κλειστή καρδιά του, πώς να πάει ολόισα στην ολοφάνερη, απλή εξήγηση; Βασανιζόταν, δεν κοιμότανε, χίλια τριβέλια του δούλευαν το νου. Άλλοτες του φαινότανε ψηρμάνι βολικό κι ήθελε να ασφαλίσει, αν ήτανε δυνατό, ισόβια τα όσα είχε απ’ αυτόν καλά. Άλλοτες όμως ο Σατανάς μονάχος και ζήταγε αυτός ν’ ασφαλιστεί από κείνον, να φυλαχτεί απ’ τα σκοτεινά του σχέδια. Ω, να μπορούσε να μάθει θετικά, γιατί σκορπούσε τους παράδες του; Μην έβαλε στο μάτι τα κορίτσια μου; Μη θέλει τη γυναίκα μου; Και καθώς ο «Αμερικάνος» δεν έλειπε σχεδόν από τις συναυλίες του σπιτιού, όταν αυτός χαρτόπαιζε στο «σύλλογο», είχε κολλήσει ο Μπαγάκος σ’ αυτή τη γενική υπόθεση, πως κάτι τέτοιο του μαγέρευε. Μακάρι, έλεγε από μέσα του. Για όποιαν και να πάει από τις τρεις, θα τον κανονίσω ανάλογα. Θα δουλέψει τανάλια στα σαγόνια του. Και ήταν όλος μάτι κι αυτί, αυτί και μάτι. Με τρόπο και σύστημα ξομολογούσε κάθε πρωί τη Σεβαστή και τα κορίτσια του. Αλλά δεν τούφτανε. Τους είχε βάλει και μυστική αστυνομία, την ξαδέρφη, τον ανιψιό, το γιο του Σταυράκη και τη δούλα του. Και τούδιναν ατέλειωτη αναφορά μ’ όλες τις λεπτομέρειες.
Ήρθε στιγμή που πίστεψε πως έπιασε στεριά. Ήτανε μια βραδιά που ο «Αμερικάνος» είχε κάνει το πρώτο δώρο του στην Αγλαΐα, ένα σταυρό για το λαιμό της, από χρυσάφι κάμποσης αξίας. Από το στήθος του Μπαγάκου σα να σηκώθηκε πλάκα βαριά. Επί τέλους… Έβλεπε φως. Συζήτησε το πράγμα πρώτα με τον εαυτό του. Δεν μπόραγες να πεις πως τον ενθουσιάζει, θάθελε για την κόρη του λεβέντη. Μα έλα πάλι που μ’ αυτόν εδώ θα ήτανε βασίλισσα. Κουβέντιασε και με τη Σεβαστή. Ούτε λόγος καλέ, πως έπρεπε να γίνει, και μάλιστα το γληγορότερο.
-Καλά, κι αυτή;
-Άλλο που δεν θέλει. Της αρέσει.
-Κι η ηλικία, βρε γυναίκα;
-Κάτι μας είπες… Για βόϊδι την περνάς την Αγλαΐα; Έννοια σου συ και θα τη δεις αν ξέρει να κρατήσει και το σκύλο χορτάτο και την πίττα γερή.
Το ίδιο βράδυ όμως, που λογαριάζανε να του ανοίξουν μόνοι τους, με τρόπο την κουβέντα, ο «Αμερικάνος» τους είχε ετοιμάσει έκπληξη: Καινούργιο δώρο ακόμα πλουσιότερο, στη Φωτεινή.
-Δεν μπόρεσα τίποτα να βρω που να ταιριάζει κάπως με της Αγλαΐας, της είχε πει με άπειρη στοργή. Σας πήρα όμως κάτι που συνηθίζεται περισσότερο. Έτσι έρχεται, πιστεύω το ισοζύγιο.
Ήτανε παντατίφ από πλατίνα, μ’ ένα τρανό μπριλλάντι κι άλλα μικρότερα τριγύρω, δεμένο αρχοντικά. Ο Μπαγάκος γίνηκε θηρίο μονάχο.
-Αλλού ναν τα πουλά… φώναξε κατακόκκινος, άμα ο άλλος έφυγε. Δεν τα τρώμε εμείς αυτά. Πήρε της Αγλαΐας πρώτα το σταυρό-στάχτη στα μάτια- για να χαρίσει αμέσως της Φωτεινής αυτό εδώ… που του κοστίζει διπλά… Του μύρισε τρυφεράδι, του κυρίου. Αρνάκι του γάλακτος. Ας περιμένει.
Των κοριτσιών τους βούρκωσαν τα μάτια. Της μεγάλης, για το λαχείο πούχανε, της μικρής για το λαχείο που της έπεφτε και κίνδυνος ήτανε να το χάσει, απ’ αυτόν τον πατρικό θυμό, που δεν μπορούσε να καταλάβει από πού ερχότανε.